σάραξ

(I)
-ακος, ἡ, Α
δέρμα και, ιδίως, ένδυμα μακρύ που ρίχνονταν από τους ώμους («σάρακας... θηρείους ἐξ ὤμων ἄνωθεν ἔως κνημῶν ἐξηρτημένας περιετίθεντο», Ιωάνν. Λυδ.).
————————
(II)
-ακος, ὁ, Α
ο σκόρος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Κατά μία άποψη, η λ. < σήρ «σκουλήκι», ενώ κατ' άλλη άποψη, λιγότερο πιθανή < ιταλ. saracco «καταστρέφω»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σάρακα — σάραξ masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σάρακας — σάραξ masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σάρακος — σάραξ masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σάρακας — ο, ΝΜ το σαράκι. [ΕΤΥΜΟΛ. < σάραξ κατά τα αρσ. σε ας] …   Dictionary of Greek

  • σαράκι — το, Ν 1. σκουλήκι που ανοίγει τρύπες στα ξύλα και τά καταστρέφει, σάρακας 2. μτφ. α) μτφ. αρρώστια που αναπτύσσεται μέσα στον οργανισμό τού ανθρώπου χωρίς εξωτερικά συμπτώματα β) η θλίψη που νιώθει κάποιος χωρίς να τήν εκδηλώνει αλλά και η φθορά… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.